Αθήνα, Γυναικες, Δυτική Αθήνα, απόψεις, ανθρώπινα δικαιώματα, ενεργοί πολίτες

Το θέμα της προστασίας των κακοποιημένων γυναικών δεν προσφέρεται για χαμηλού επιπέδου πολιτική αντιπαράθεση

Το θέμα της προστασίας των κακοποιημένων γυναικών δεν προσφέρεται για χαμηλού επιπέδου πολιτική αντιπαράθεση. Είναι υποχρέωση και ευθύνη της Πολιτείας και απαίτηση όλων μας να παρέχεται από κάθε αρμόδιο δημόσιο φορέα, ασφαλές περιβάλλον δωρεάν διαμονής και προστασίας σε όλες τις κακοποιημένες γυναίκες και τα παιδιά τους, για το πρώτο χρονικό διάστημα από την κακοποίηση και στη συνέχεια να προβλέπεται η ασφαλής ένταξή τους στο κοινωνικο – οικονομικό περιβάλλον.

Είναι θλιβερό το γεγονός ότι, από το 2011 (επί Κυβέρνησης Γιώργου Α. Παπανδρέου) – χρονιά έναρξης του «Εθνικού Προγράμματος για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών» με το οποίο ιδρύθηκαν τα 44 συμβουλευτικά κέντρα και οι 19 ξενώνες φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών σε όλη την Ελλάδα, 13 χρόνια μετά, δεν έχει ιδρυθεί ούτε ένας νέος ξενώνας, ενώ η λειτουργία των υφιστάμενων έχει περάσει κατά καιρούς από 40 κύματα.

Είναι θλιβερό το γεγονός ότι σε ολόκληρη την Αττική των 4 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων λειτουργούν μόνο 3 ξενώνες φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών.

Ο κ.Μπακογιάννης λοιπόν και όλοι οι πρωτοκλασάτοι πολιτικοί του φίλοι, που κατά παράδοση τους αρέσει να φωτογραφίζονται προεκλογικά στους χώρους των δομών κακοποιημένων γυναικών, θα ήταν προτιμότερο – αντί να αναλώνονται σε φωτογράφηση και αντιπολίτευση της επιφάνειας – να μας απαντήσουν τι έχουν κάνει στη διάρκεια του «ένδοξου» πολιτικού τους βίου για τη βιωσιμότητα, την ενίσχυση και την ανάπτυξη του δικτύου δομών κακοποιημένων γυναικών, είτε αυτά λέγονται ξενώνες φιλοξενίας, είτε συμβουλευτικά κέντρα.

Και ειδικότερα, αναμένουμε να μας απαντήσουν ποιά μέτρα έχουν λάβει όλα αυτά τα χρόνια:
– για την διαρκή κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υφιστάμενων δομών, ώστε να λειτουργούν με ποιοτικά πρότυπα
– για να γίνουν οι ξενώνες φιλοξενίας προσβάσιμοι σε γυναίκες με αναπηρία
– για την άμεση κάλυψη της προσωρινής – ασφαλούς διαμονής των κακοποιημένων γυναικών και των παιδιών τους, στο διάστημα των 15 περίπου ημερών, που μεσολαβεί από την έκκληση σε βοήθεια μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξής τους σε ξενώνα φιλοξενίας
– για τη φύλαξη των ξενώνων με σκοπό την προστασία των φιλοξενούμενων γυναικών και των παιδιών τους από τους κακοποιητές.

Και κυρίως να μας πουν τι μέτρα έχουν λάβει:
– για την πρόληψη της έμφυλης βίας που έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις και
– για την μη επαναθυματοποίηση των γυναικών, τη ενδυνάμωση, τη στήριξή τους και την εξασφάλιση ενός υγειούς πλαισίου επανένταξής τους στο κοινωνικό – οικονομικό περιβάλλον.

Αθήνα, Προσωπικές Ιστορίες

Η Αθήνα που χάθηκε -Μια προσωπική ιστορία

Η συμμετοχή μου στον ανοιχτό περίπατο Open Walk Athens των Atenistas στις γειτονιές του κέντρου της Αθήνας την Κυριακή που μας πέρασε, έγινε η αφορμή να αναρωτηθώ πόσοι από τα 4 εκατομμύρια και πλέον πολίτες που ζουν, εργάζονται ή επισκέπτονται την Αθήνα, γνωρίζουν πραγματικά την πόλη και τις αυθεντικές χαμένες της ταυτότητες.

Ακολουθώντας την προτεινόμενη διαδρομή, βρέθηκα στη συνοικία Γεράνι, μια πολύ γνώριμη και πολύ ζωντανή κάποτε γειτονιά της Αθήνας, που βρίσκεται πίσω από το δημαρχιακό μέγαρο και σήμερα είναι το κέντρο της μπαγκλαντέζικης κοινότητας.

Σε αυτή τη γειτονιά που, ως τη δεκαετία του 1980 περίπου, ήταν γεμάτη από τυπογραφεία και τυπώνονταν οι πιο γνωστές εφημερίδες και περιοδικά, δύο βήματα από την Πολυκλινική Αθηνών, που τότε ήταν ίσως η μοναδική δημόσια δομή πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας κάτι σαν προάγγελος του ΕΣΥ, επί της οδό Σωκράτους στον αριθμό 39 υπάρχει ακόμη, ανακαινισμένο αλλά ίδιο όπως παλιά, ένα κτίριο που είναι γεμάτο από αγαπημένες μνήμες από τα δικά μου παιδικά χρόνια.

Ο 4ος όροφος του κτιρίου, πάνω ακριβώς από το Ταμείο Εμπόρων που ήταν στον 3ο, φιλοξενούσε για δεκαετίες και ως το τέλος της δεκαετίας του 1980 την βιοτεχνία ενδυμάτων του δικού μου μπαμπά, που ένα φεγγάρι έφτασε να απασχολεί 40 εργαζόμενους, ενωμένοι και αγαπημένοι όλοι σαν μια οικογένεια.

Μετά, όταν άνοιξε το εμπόριο, ήρθαν οι πολυεθνικές και οι εισαγωγές και ξεκίνησε η κάτω βόλτα όπως συνήθιζε να λέει, μέχρι που η επιχείρηση έκλεισε μαζί με τη συνταξιοδότηση του μπαμπά.

Είναι θεαματικό πως μια μικρή βόλτα ξαναζωντάνεψε μπροστά μου την ταυτότητα μιας παλιάς γειτονιάς της Αθήνας της δεκαετίας του 1960, που έχει χαθεί.

Είναι θεαματικό πώς γύρισα 50 χρόνια πίσω και ξαναθυμήθηκα τα πάντα, σαν να ήταν χθες.

Την είσοδο της πολυκατοικίας με τις σιδεριές, ίδια έως σήμερα, που έβγαζε σε μια μικρή εσωτερική στοά, κάτι σαν μικρή πυλωτή.

Το καφενεδάκι μέσα στη στοά, απέναντι από το παμπάλαιο ασανσέρ, που κλασικά δινόταν η ίδια παραγγελία, κάθε φορά που πηγαίναμε για επίσκεψη ή όταν πήγαινα μαζί του από το πρωί στη δουλειά, τάχα για να τον βοηθήσω, όταν δεν είχα σχολείο: Βυσινάδα, υποβρύχιο, ή γλυκό του κουταλιού.

Τον ήχο από τις ραπτικές μηχανές, τα τόπια τα κασμίρια, τα τεράστια ψαλίδια χειρός και μηχανής, τα τραπέζια κοπής και ο μπαμπάς που τοποθετούσε με χειρουργική δεξιότητα τα υφάσματα το ένα πάνω στο άλλο και κυριολεκτικά τα χάιδευε για να τα ισιώσει πριν τα κόψει με τα πατρόν.

Το σουβλατζίδικο και το μικρό εστιατόριο στη στοά του Ειρηνοδικείου στη Λυκούργου, που πηγαίναμε με το μπαμπά στο διάλειμμα για φαγητό.

Τα μελομακάρονα κάθε Χριστούγεννα από το ζαχαροπλαστείο Ρωσσικόν στην οδό Πανεπιστημίου, που θυμάμαι με εντυπωσίαζε το πολύ όμορφο χάρτινο κουτί του.

Νοσταλγίες μιας παλιάς αγαπημένης εποχής και του πιο αγαπημένου δικού μου ανθρώπου από την παιδική μου ηλικία, που από τη μνήμη μου δεν έχουν και δεν πρόκειται να σβήσουν